κύηση


κύηση
[кииси] ουσ. θ. период беременности,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κύηση" в других словарях:

  • κύηση — Η διαδικασία ανάπτυξης του εμβρύου μέσα στη μήτρα. Φυσιολογικά η κ. αρχίζει από τη γονιμοποίηση του ωαρίου από το σπερματοζωάριο και ολοκληρώνεται με τον τοκετό. Βλ. λ. εγκυμοσύνη. * * * η (AM κύησις) [κυώ] η διεργασία που συντελείται και ο… …   Dictionary of Greek

  • κύηση — η εγκυμοσύνη, γκάστρι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κυήσῃ — κυήσηι , κύησις conception fem dat sg (epic) κυέω bear in the womb aor subj mid 2nd sg κυέω bear in the womb aor subj act 3rd sg κυέω bear in the womb fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εξωμήτρια κύηση — Βλ. λ. εγκυμοσύνη …   Dictionary of Greek

  • τετράδυμος — η, ο / τετράδυμος, ον, Α αυτός που γεννήθηκε μαζί με τρεις άλλους συγχρόνως και από την ίδια μητέρα, καθένας από τους τέσσερεις αδελφούς που γεννήθηκαν στην ίδια γέννα νεοελλ. 1. το ουδ. ως ουσ. το τετράδυμο ανατ. τα τέσσερα υποστρόγγυλα επάρματα …   Dictionary of Greek

  • εκλαμψία — Επικίνδυνο σύνδρομο που προσβάλλει τις γυναίκες κατά την κύηση, τον τοκετό ή τη λοχεία. Το 85% των περιπτώσεων παρατηρείται στις πρωτότοκες και κυρίως κατά τους τρεις τελευταίους μήνες της κύησης ή 48 ώρες έως έξι εβδομάδες μετά τον τοκετό. Ο… …   Dictionary of Greek

  • ρινόκερος — Κοινό όνομα με το οποίο χαρακτηρίζονται πέντε είδη μεγάλων οπληφόρων θηλαστικών, της οικογένειας των Ρινοκεροντιδών, της τάξης των περιττοδάκτυλων*. Τα ζώα αυτά ανήκουν σε τέσσερα γένη, δύο από τα οποία ζουν στην Αφρική, Ν της Σαχάρας, και δύο… …   Dictionary of Greek

  • σαλπιγγικός — ή, ό, Ν [σάλπιγγα] 1. (ανατ. ιατρ.) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ευσταχιανή σάλπιγγα ή στις σάλπιγγες τής μήτρας τής γυναίκας 2. φρ. «σαλπιγγική εγκυμοσύνη» ιατρ. έκτοπη κύηση κατά την οποία το κύημα είναι εμφυτευμένο σε μία από τις… …   Dictionary of Greek

  • ωοθηκικός — ή, ό, Ν [ωοθήκη] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ωοθήκη 2. φρ. α) «ωοθηκική αρτηρία» ανατ. κλάδος τής κοιλιακής αρτηρίας β) «ωοθηκικός βόθρος» ανατ. κατάδυση τού περιτοναίου, όπου βρίσκονται οι ωοθήκες γ) «ωοθηκική ανεπάρκεια» ιατρ. έκκριση …   Dictionary of Greek

  • μαρσιποφόρα — Τάξη ζωοτόκων θηλαστικών, η μοναδική της υφομοταξίας των μεταθηρίων. Τα μ. είναι διαδεδομένα στην Αυστραλία, στην Τασμανία, στην Ινδονησία και στην Αμερική, και οι τυπικότεροι αντιπρόσωποι τους είναι τα καγκουρό. Επιδεικνύουν μία μεγάλη ποικιλία… …   Dictionary of Greek